Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μεταφραση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017

Βαλεντίνα, της Carol Ann Duffy, 1993.


Ούτε κόκκινο τριαντάφυλλο, ούτε σατέν καρδούλα.

Σου προσφέρω ένα κρεμμύδι.
Είναι ένα φεγγάρι τυλιγμένο σε στρατσόχαρτο.
Υπόσχεται φέγγος
σαν το διστακτικό ξεφλούδισμα της αγάπης.

Ορίστε.
Θα σε τυφλώσει με δάκρυα
όπως μια ερωμένη.
Θα κάνει την ανάμνηση σου
μια τρεμάμενη φωτογραφία θλίψης.

Προσπαθώ να είμαι ειλικρινής.

Όχι χαριτωμένη κάρτα ή χαιρετισμοί.

Σου προσφέρω ένα κρεμμύδι.
Το έντονο φιλί του θα παραμείνει στα χείλη σου,
πιστό και κτητικό
όπως είμαστε εμείς,
για όσο είμαστε.

Παρ΄το.
Οι θηλιές του από πλατίνα τσιγαρίζονται σε βέρες,
αν το θες.
Φονικό.
Η οσμή του θα ποτίσει τα δάχτυλα,
θα ποτίσει το μαχαίρι.






(μετάφραση Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Έξι Χρόνια



          για τη Νάνσυ

Μια φίλη μας αποκάλεσε
παντρεμένο από χρόνια ζευγάρι

Εγώ τινάχτηκα
εσένα δε σ' ένοιαξε
Στο δρόμο για το σπίτι
ρωτάς γιατί ταράχτηκα
Είμαστε κάτι
σαν αυτό που είπε
λες εσύ   εγώ λέω
Όχι

Δεν είμαστε παντρεμένες
κανένας δεν ευλόγησε
αυτήν την ένωση   κανείς
δε μας χάρισε κουζινικά
Μόνες μας αγοράσαμε το μπλέντερ μας
Χτίσαμε την κοινή μας ζωή
στα μεσοδιαστήματα των νόμων

Έξι χρόνια
Ό,τι μας τράβηξε κοντά
ένας χαρτογράφος   μια μαγνητική δύναμη
τα κορμιά μας   οι κουβέντες μας
ο άνεμος   μια πείνα

Ακροάτριες
μαζί μιλήσαμε

Ήθελα: τη σχοινοτενή σου ενέργεια
έλεγχο   αποφασιστικότητα
ειλικρίνεια   το παρελθόν σου
ως αθλήτριας

Ήθελες:
την “κουλτουριάρικη”
ευγενική μου ζέση

Φυσικά και ήταν καταδικασμένο
Φανέρωσες
τον θυμό μου   αντιστάθηκα
στον έλεγχό σου   η ενέργειά σου
με εξάντλησε   τα χέρια μου
παραείναι ζεστά για σένα   κέρδισες
το βάρος που έχασα   η ευγένειά μου
είναι ανέντιμη   η τιμιότητά σου
αμείλικτη   μισείς
τα διαβάσματά μου   μισώ
τη μοτοσυκλέτα σου

Κι όμως κάτι έχει αλλάξει
Εσύ έχεις γίνει πιο επιεικής
Εγώ πιο αποφασιστική
Τα φέρνουμε βόλτα εύκολα
στο σπίτι μας
με τους κώδικες η μια της άλλης
Δεν υπάρχει τίποτε
να μη μπορούμε να πούμε μαζί

Στέρεο έδαφος
κάτω απ΄τα πόδια μας
το ξέρουμε το τοπίο
Δεν έχουμε επιλογή
προορισμού   μόνο διαδρομής
ένας γρίφος   κάθε μέρα  
ένας καινούριος χάρτης της ίδιας περιοχής


                                           
Alice Bloch, 1978.
(μετάφραση Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Ευχαριστήριο Σημείωμα - Wislawa Szymborska, 1976.



Χρωστάω τόσα πολλά
σ΄αυτούς που δεν αγαπώ.

Την ανακούφιση σαν αποδέχομαι

πως είναι κάποιων άλλων προσφιλείς.

Τη χαρά, που δεν είμαι 

ο λύκος για τα πρόβατά τους.

Τη γαλήνη μου, σαν είμαι πλάι τους

γιατί μαζί τους είμαι ελεύθερη
κι αυτό η αγάπη δεν το δίνει,
ούτε ξέρει να το δέχεται.

Δεν τους περιμένω 

από πόρτα σε παράθυρο.
Καρτερική σχεδόν όσο 
ένα ηλιακό ρολόι,
κατανοώ
αυτά που η αγάπη δεν κατανοεί.
Συγχωρώ
αυτά που η αγάπη δε θα συγχωρούσε ποτέ.

Από συνάντηση σε γράμμα

δεν περνά μια αιωνιότητα, 
μόνο μερικές μέρες ή βδομάδες.

Οι εκδρομές μαζί τους καταλήγουν πάντα μια χαρά:

τις συναυλίες τις απολαμβάνουμε,
τους καθεδρικούς τους τριγυρνάμε,
τα τοπία στο επίκεντρο.

Κι όταν στεριές και θάλασσες

μπαίνουν ανάμεσά μας,
είναι στεριές και θάλασσες
που συναντάς σε κάθε χάρτη.

Αν ζω στις τρεις διαστάσεις

σ΄ αυτούς το οφείλω,
σ΄ένα μη λυρικό και μη ρητορικό διάστημα,
μ΄έναν πραγματικό, διαρκώς μεταβαλλόμενο ορίζοντα.

Ούτε και οι ίδιοι δε ξέρουν

πόσα μεταφέρουν στα άδεια τους χέρια.

"Δεν τους χρωστάω τίποτα,"

θα έλεγε η αγάπη
σ' αυτό τ' ανοιχτό ερώτημα.




Wislawa Szymborska, 1976.

(μετάφραση από τα αγγλικά, Ευαγγελία Καριοφυλλίδου )

Μια γνώμη πάνω στο θέμα της πορνογραφίας



Δεν υπάρχει τίποτα πιο έκφυλο από τη σκέψη.
Τέτοιου είδους ακολασία τρέχει ασύδοτη σαν ζιζάνιο
σε χωράφι στρωμένο μαργαρίτες.

Τίποτα δεν είναι ιερό γι' αυτούς που σκέφτονται.
Το να λένε τα πράγματα ευθαρσώς με τ΄ όνομά τους,
τολμηρές αναλύσεις, προκλητικές συνθέσεις,
φρενιτώδη, παράφορα κυνηγητά πίσω από γυμνά γεγονότα,
βρώμικοι δάκτυλοι επί ευαίσθητων θεμάτων,
συζητήσεις εν θερμώ – είναι βούτυρο στο ψωμί τους.

Στο άπλετο φως της μέρας ή πίσω από το πέπλο της νύχτας
σχηματίζουν κύκλους, τρίγωνα και ζεύγη.
Η ηλικία και το φύλο του συντρόφου τους είναι άνευ σημασίας.
Τα μάτια τους γυαλίζουν, τα μάγουλά τους αναψοκοκκινίζουν.
Φίλος τον φίλο οδηγεί σε παραστράτημα.
Έκφυλες κόρες διαφθείρουν τους πατεράδες τους.
Αδελφός γίνεται νταβατζής για τη μικρή του αδελφή.

Προτιμούν τους καρπούς
του απαγορευμένου δέντρου της γνώσης
από τα ροδαλά κωλομέρια που μπορείς να βρεις σε ιλουστρασιόν περιοδικά,
όλες αυτές τις εν τέλει αφελείς προστυχιές.
Τα βιβλία που απολαμβάνουν δεν έχουν εικόνες.
'Οτι διαφορετικό έχουν βρίσκεται σε συγκεκριμένες φράσεις
σημειωμένες με το νύχι ή με το μολύβι.

Είναι σοκαριστικό, οι στάσεις,
η αχαλίνωτη απλότητα με την οποία
ένα μυαλό σκαρφίζεται να γονιμοποιήσει ένα άλλο!
Τέτοιες στάσεις ούτε το ίδιο το Κάμα Σούτρα δε γνωρίζει.

Κατά τη διάρκεια αυτών τους των συναντήσεων, το μόνο πράγμα που αχνίζει είναι το τσάι.
Οι άνθρωποι κάθονται στις καρέκλες τους και κουνούν τα χείλη τους.
Ο καθένας πλέκει μόνο τα δικά του πόδια.
Έτσι τα λένε με το ένα πόδι ν' ακουμπά στο πάτωμα,
καθώς το άλλο αιωρείται ελεύθερα στον αέρα.
Μόνο αραιά και πού όντως κάποιος σηκώνεται,
πηγαίνει στο παράθυρο
και μέσα από μια χαραμάδα στις κουρτίνες
ρίχνει μια κρυφή ματιά έξω στο δρόμο.




Wislawa Szymborska, 1986.
 Από τη συλλογή "Άνθρωποι πάνω στη γέφυρα".
(μετάφραση από τα αγγλικά, Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)

Η τέχνη της εξαφάνισης



Όταν σου λένε Δε γνωριζόμαστε;
πες όχι.

Όταν σε καλούν στο πάρτι
θυμήσου πώς είναι τα πάρτι
πριν απαντήσεις.

Κάποιος να σου λέει με δυνατή φωνή
πως κάποτε έγραψε ένα ποίημα.
Λαδεροί κεφτέδες σε χάρτινα πιατάκια.
Μετά απάντησε.

Αν πουν να βρεθούμε καμιά φορά.
πες γιατί.

Δεν είναι πως δεν τους αγαπάς πια.
Προσπαθείς να θυμηθείς κάτι
πολύ σημαντικό για να ξεχαστεί.
Δέντρα. Η καμπάνα της μονής το σούρουπο.
Πες τους πως έχεις ένα νέο σχέδιο.
Δε θα τελειώσει ποτέ.

Όταν σ' αναγνωρίζει κάποιος σ' ένα μανάβικο
γνέψε σύντομα και γίνε λάχανο.
Όταν κάποιος που δεν έχεις δει για δέκα χρόνια
εμφανιστεί στην πόρτα,
μην αρχίσεις να του τραγουδάς όλα τα νέα σου τραγούδια.
Ποτέ δε θα προφτάσεις.

Να τριγυρνάς και να αισθάνεσαι σαν φύλλο.
Να γνωρίζεις πως ανά πάσα στιγμή μπορεί να πέσεις.
Μετά αποφάσισε τι να κάνεις με τον χρόνο σου.




Naomi Shihab Nye
(μετάφραση Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)


Προς τιμήν της άσχημης αίσθησης για τον εαυτό σας - Wislawa Szymborska, 1976.



Η γερακίνα δεν κατηγορεί τον εαυτό της για κάτι.
Του μαύρου πάνθηρα του είναι ξένοι οι ενδοιασμοί.
Τα πιράνχας δεν αμφιβάλλουν για την ορθότητα των πράξεών τους.
Ο κροταλίας επικροτεί τον εαυτό του ανεπιφύλακτα.

Το τσακάλι δεν κάνει αυτοκριτική.
Ακρίδες, αλιγάτορες, ψείρες, αλογόμυγες.
Ζουν όπως ζουν κι είναι ικανοποιημένες μ' αυτό.

Κι αν η καρδιά της όρκας ζυγίζει έναν τόνο,
όλα τα κάνει ελαφρά τη καρδία.

Σ' αυτόν τον τρίτο από τον ήλιο πλανήτη
τίποτε περισσότερο κτηνώδες
από μια ήσυχη συνείδηση.




Wislawa Szymborska, 1976.
(μετάφραση Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)

Βασανιστήρια - Wislawa Szymborska, 1986.



 
Τίποτα δεν έχει αλλάξει.
Το σώμα είναι αλγεινό,
πρέπει να φάει, να πάρει ανάσα και να κοιμηθεί,
έχει δέρμα λεπτό, με αίμα ακριβώς από κάτω,
έχει έναν ικανοποιητικό αριθμό από νύχια και δόντια,
τα κόκαλά του εύθραυστα, οι αρθρώσεις του τεντώνουν.
Στα βασανιστήρια, όλα αυτά λαμβάνονται υπ' όψιν.

Τίποτα δεν έχει αλλάξει.
Το σώμα τρέμει, όπως έτρεμε
πριν και μετά την ίδρυση της Ρώμης,
στον εικοστό αιώνα προ και μετά Χριστόν.
Τα βασανιστήρια είναι όπως ήταν, μόνο η γη έχει μικρύνει
κι ό, τι συμβαίνει, μοιάζει να συμβαίνει στο διπλανό δωμάτιο.

Τίποτα δεν έχει αλλάξει.
Μόνο που οι άνθρωποι γινήκαν περισσότεροι,
και δίπλα στα παλιά εγκλήματα, καινούρια εμφανίστηκαν,
πραγματικά, υποθετικά, εφήμερα και μη,
μα η κραυγή, η απόκριση του σώματος σ' αυτά -
ήταν, είναι και θα είναι η κραυγή της αθωότητας,
που διατηρεί την προαιώνια χροιά και μέτρο.

Τίποτα δεν έχει αλλάξει.
Εκτός ίσως οι μέθοδοι, οι τελετές, οι χοροί.
Η κίνηση των χεριών να προστατέψουν το κεφάλι
παραμένει ακόμη ίδια.
Το σώμα σπαρταρά, τινάζεται και αγωνιά,
του κόβονται τα πόδια, σέρνεται στα γόνατα,
μελανιάζει, πρήζεται, γεμίζει σάλια και αιμορραγεί.

Τίποτα δεν έχει αλλάξει.
Εκτός από τον ρου των ποταμών,
τα περιγράμματα δασών, ακτών, παγετώνων και ερήμων.
Μες στα τοπία αυτά η φτωχή ψυχή περιπλανιέται,
χάνεται, ξαναγυρνά, κοντοζυγώνει, υποχωρεί,
ξένη στον ίδιο της τον εαυτό, διφορούμενη,
τη μία σίγουρη, την άλλη αβέβαιη ότι υπάρχει,
καθώς το σώμα είναι και είναι και είναι
και δεν έχει μέρος να σταθεί.
 



 Wislawa Szymborska, 1986.
(μετάφραση από τα αγγλικά, Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Αποβίβαση στο Κεμπέκ, Margaret Atwood, 1970.



Είναι τα ρούχα μου, ο τρόπος που περπατώ,
τα πράγματα που κουβαλώ στα χέρια μου
- ένα βιβλίο, μια τσάντα για το πλέξιμο -
το ανάρμοστο ροζ της σάρπας μου

που αυτός ο τόπος δε μπορεί να ακούσει

ή είναι η δική μου έλλειψη
πειθούς που φτιάχνει
αυτούς τους μοναχικούς ορίζοντες,
τους εκτεταμένους λόφους, τους βάλτους, τη στείρα άμμο, τη λάμψη
του ήλιου πάνω στα κάτασπρα
κούτσουρα, οιωνούς του χειμώνα,
το φεγγάρι ξένο κατά τη διάρκεια
της μέρας μια λεπτή απόρριψη

Οι άλλοι πηδούν, φωνάζουν

Ελευθερία!

Το κινούμενο νερό δε θα μου δείξει
την εικόνα μου

Οι βράχοι απαξιούν.

Είμαι μια λέξη
σε μια ξένη γλώσσα.




Margaret Atwood, 1970.
(μετάφραση Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)

Ένας μεγάλος αριθμός - Wislawa Szymborska, 1976.



Τέσσερα δισεκατομμύρια άνθρωποι πάνω στη γη,
αλλά η φαντασία μου είναι όπως ήταν πάντα:
δεν τα πάει καλά με τους μεγάλους αριθμούς.
Εξακολουθεί να συγκινείται απ' τη μοναδικότητα.
Πετάει στο σκοτάδι σαν την ακτίνα ενός φακού,
φανερώνοντας πρόσωπα στην τύχη,
καθώς τα υπόλοιπα περνάνε στα τυφλά,
αμνημόνευτα, άκλαφτα.
Ούτε ένας Δάντης δε θα μπορούσε να το εμποδίσει αυτό.
Πόσο μάλλον όταν δεν είσαι αυτός,
ακόμη και μ' όλες τις μούσες στο πλευρό σου.

Non omnis moriar – μια πρόωρη αγωνία.
Είμαι ακόμα ολοζώντανη κι αυτό είν' αρκετό;
Ποτέ δεν ήταν, και πολύ περισσότερο τώρα.
Διαλέγω απορρίπτωντας, διότι άλλος τρόπος δεν υπάρχει,
αλλά αυτά που απορρίπτω, είναι πιο πολλά,
πιο πυκνά, πιο επίμονα από ποτέ.
Σε αντίτιμο της άφατης απώλειας – ένα ποίημα, ένας στεναγμός.
Απαντώ μ' έναν ψίθυρο σ' ένα βροντώδες κάλεσμα.
Για πόσα πολλά σιωπώ, δε θα μπορούσα καν να πω.
Ποντίκι στους πρόποδες ενός βουνού.
Η ζωή διαρκεί όσο μερικές νυχιές στην άμμο.

Τα όνειρά μου – ακόμη κι αυτά δεν έχουν όση πολυκοσμία θα 'πρεπε.
Περισσότερο ερημιά, παρά κραυγές και πλήθη.
Καμιά φορά, κάποιος νεκρός από καιρό, περνάει για μια στιγμή.
Ένα αποκομμένο χέρι γυρίζει ένα πόμολο.
Η ηχώ καλύπτει το άδειο σπίτι.
Τρέχω απ' το κατώφλι σε μια κοιλάδα
σιωπηλή, σαν να μην είναι κανείς, ένας αναχρονισμός ήδη.

Από πού προέρχεται όλο αυτό το κενό μέσα μου -
μόνο αυτό δεν ξέρω.





Wislawa Szymborska, 1976.
(μετάφραση από τα αγγλικά, Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)


Έρωτας με την πρώτη ματιά - Wislawa Szymborska, 1993.



Είναι βέβαιοι
πως τους ένωσε ένα ξαφνικό συναίσθημα.
Μια τέτοια βεβαιότητα είναι όμορφη,
μα η αμφιβολία είναι ακόμη ομορφότερη.   

Πιστεύουν, καθώς δε γνωρίζονταν πιο πριν, 

πως τίποτε δε συνέβη ποτέ μεταξύ τους.
Μα τι θα λέγαν αυτοί οι δρόμοι, τα σκαλιά και οι διάδρομοι
όπου προσπερνούσαν ο ένας τον άλλον εδώ και καιρό;

Θα 'θελα να τους ρωτήσω,

δε θυμάστε - 
μια φορά πρόσωπο με πρόσωπο
σε κάποια περιστρεφόμενη πόρτα ίσως;
Ένα “με συγχωρείτε” μες στο πλήθος;
Ένα “λάθος κάνετε” στο ακουστικό;
Αλλά την ξέρω την απάντησή τους:
όχι, δε θυμούνται.

Θα είχαν μείνει άναυδοι

αν μάθαιναν
πως η τύχη έπαιζε μαζί τους εδώ και καιρό.

Χωρίς να 'ναι ολότελα έτοιμη ακόμα

να γίνει μοίρα τους,
μια θα τους έφερνε κοντά, μια θα τους έπαιρνε μακρυά,
μια θα τους έκλεινε τον δρόμο,
και, πνίγοντας ένα γελάκι,    
στο τέλος θα πηδούσε πλάι.           

Υπήρχαν σημάδια και ενδείξεις,

τι κι αν ήταν δυσανάγνωστα.
Ίσως τρία χρόνια πριν
ή την περασμένη Τρίτη
κάποιο φύλλο να πέταξε
από ώμο σε ώμο.
Κάτι χάθηκε και μετά βρέθηκε.
Μπορεί και ένα τόπι
σε κάποιο δάσος της παιδικής τους ηλικίας.

Πάνω σε πόμολα και σε κουδούνια

υπήρξαν φορές όπου το άγγιγμα του ενός έπεφτε πάνω στου άλλου.
Βαλίτσες αφημένες δίπλα δίπλα στον έλεχγο αποσκευών.
Ίσως μια νύχτα, το ίδιο όνειρο
να ξεθώριασε μόλις ξύπνησαν.

Στο κάτω-κάτω κάθε αρχή

δεν είναι παρά μια συνέχεια
και το βιβλίο των συμβάντων
μένει για πάντα στα μισά.




Wislawa Szymborska, 1993.

(μετάφραση από τα αγγλικά, Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)

Μίσος - Wislawa Szymborska, 1992.



Κοίτα πόσο ακμαίο παραμένει,
πόσο καλά κρατιέται,
το μίσος στον αιώνα μας.
Με τι σβελτάδα υπερπηδά ψηλά εμπόδια.
Πόσο εύκολο το 'χει να ορμά, ν' αρπάζει.

Δεν είναι σαν όλα τ' άλλα συναισθήματα.
Ταυτόχρονα παλιότερο μα και πιο νέο απ' αυτά.
Από μόνο του γεννά αιτίες
που το κρατάνε στη ζωή.
Αν κοιμηθεί, δεν είναι ποτέ για μια αιωνιότητα.
Η αγρύπνια δεν το αποδυναμώνει, το θεριεύει.

Θρησκεία, ξεθρησκεία  ̶
αρκεί να γονατίσει στην εκκίνηση.
Πατρίδα, ξεπατρίδα  ̶
αρκεί να παραμένει στον αγώνα.
Ακόμη και η δικαιοσύνη τού κάνει για ξεκίνημα.
Στη συνέχεια, επιταχύνει από μόνο του.
Μίσος. Μίσος.
Η γκριμάτσα της ερωτικής έκστασης
παραμορφώνει το πρόσωπό του.

Α, αυτά τ' άλλα συναισθήματα  ̶
τόσο καχεκτικά και άτονα.
Από πότε μπορεί η ομόνοια
να βασίζεται στο αγριεμένο πλήθος;
Έχει τερματίσει ποτέ πρώτη η συμπόνια;
Είχε ποτέ η αμφιβολία φανατικούς ακόλουθους;
Μόνο το μίσος έχει ό,τι ακριβώς χρειάζεται.

Ικανό, έξυπνο, εργατικό.
Χρειάζεται ν' αναφέρουμε πόσα τραγούδια έχει γράψει;
Πόσες σελίδες ιστορίας αριθμεί;
Πόσα ανθρώπινα χαλιά έχει απλώσει
πάνω από πόσες πλατείες και γήπεδα;

Ας το παραδεχτούμε:
είναι ικανό για ομορφιά.
Υπέροχο πύρινο θάμβος μέσα στη μαύρη νύχτα.
Τα πιο όμορφα σύννεφα εμπρηστικού καπνού στη ροδαυγή.
Δύσκολο να αρνηθείς απ' τα ερείπια το πάθος
και να παραβλέψεις το άσεμνο χιούμορ
στη ρωμαλέα στήλη που δεσπόζει πάνω τους.

Μάστορας των αντιθέσεων,
μεταξύ γδούπου και σιγής,
κόκκινου αίματος και λευκού χιονιού.
Πάνω απ' όλα, δε βαριέται ποτέ
το θέαμα ενός καλοβαλμένου βασανιστή
που στέκεται πάνω από το λερωμένο θύμα του.

Πάντα έτοιμο για νέες αποστολές.
Αν χρειαστεί να περιμένει, περιμένει.
Λένε ότι το μίσος είναι τυφλό. Τυφλό;
Με την αιχμηρή ματιά ενός σκοπευτή,
κοιτάει κατάματα το μέλλον -
μόνο του.




Wislawa Szymborska, 1992.
(μετάφραση από τα αγγλικά, Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)

Καλοσύνη




Πριν μάθεις τι πραγματικά είναι η καλοσύνη
πρέπει να χάσεις πράγματα,
να νιώσεις το μέλλον να διαλύεται μέσα σε μια στιγμή
σαν αλάτι σε αρύ ζουμί.
Ό, τι κρατούσες μες στα χέρια σου,
ό, τι λογάριαζες και προσεκτικά φυλούσες
όλα αυτά πρέπει να φύγουν έτσι ώστε να μάθεις
πόσο ερημικό μπορεί να είναι το τοπίο
στις ενδιάμεσες περιοχές της καλοσύνης.
Πως τριγυρνάς και τριγυρνάς
λέγοντας δε θα σταματήσει ποτέ το λεωφορείο,
οι επιβάτες που τρώνε καλαμπόκι και κοτόπουλο
θα κοιτάνε έξω απ' το παράθυρο για πάντα.

Πριν μάθεις την τρυφερή βαρύτητα της καλοσύνης,
πρέπει να ταξιδέψεις εκεί που ο Ινδιάνος με το άσπρο πόντσο
κείτεται νεκρός στην άκρη του δρόμου.
Πρέπει να δεις πως αυτό θα μπορούσε να είσαι εσύ,
πως κι αυτός επίσης ήταν κάποιος
που ταξίδευε μέσα στη νύχτα με σχέδια
και την απλή ανάσα που τον κρατούσε ζωντανό.

Πριν μάθεις την καλοσύνη σαν το βαθύτερο πράγμα μέσα σου,
πρέπει να μάθεις τη θλίψη σαν το άλλο βαθύτερο πράγμα.
Πρέπει να ξυπνήσεις με τη θλίψη.
Πρέπει να μιλήσεις σ' αυτήν μέχρι η φωνή σου
να πιάσει τα νήματα όλων των θλίψεων
και δεις το μέγεθος του πανιού.

Τότε είναι που μόνο η καλοσύνη βγάζει νόημα πια,
μόνο η καλοσύνη που δένει τα παπούτσια σου
και σε στέλνει έξω μέσα στη μέρα να ταχυδρομήσεις γράμματα και
ν' αγοράσεις ψωμί,
μόνο η καλοσύνη που σηκώνει κεφάλι
από το πλήθος του κόσμου να πει
εγώ είμαι αυτή που ψάχνετε,
και μετά πάει μαζί σου παντού
σαν σκιά ή σαν φίλη.



Naomi Shihab Nye, 1980.                
(μετάφραση Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)



"Κάποιοι άνθρωποι" - Wislawa Szymborska, 1994.



Κάποιοι άνθρωποι τρέχουν να ξεφύγουν από κάποιους άλλους ανθρώπους.
Σε κάποια χώρα κάτω από τον ήλιο
και κάποια σύννεφα.

Αφήνουν πίσω τους κάποια, σχεδόν τα πάντα,
σπαρμένα χωράφια, κάποιες κότες, σκυλιά,
καθρέφτες που  τώρα καθρεφτίζονται φωτιές.

Στις πλάτες τους δοχεία και δέματα,
που όσο αδειάζουν, τόσο βαραίνουν, μέρα με την ημέρα.

Ήσυχα κάποιος καταρρέει
και μες στον χαλασμό, κάποιου το ψωμί από κάποιον αρπάζεται
κι ένα νεκρό παιδί κάποιος ταρακουνά.

Μπροστά τους, εξακολουθούν ν' ανοίγονται δρόμοι που δεν έχουν τρόπο να διαβούν,
και γέφυρες που δε θα 'πρεπε να γεφυρώνουν
ένα ποτάμι παραδόξως ροδαλό.                                              
Γύρω τους μερικοί πυροβολισμοί, τη μια κοντά, τη μια μακριά
κι από πάνω τους ένα αεροπλάνο να κάνει κύκλους.

Κάποια αορατότητα θα ήταν χρήσιμη,
κάποια γκριζάδα βράχου
ή ακόμα καλύτερα μια κάποια ανυπαρξία
για ένα μικρό χρονικό διάστημα είτε και για μεγάλο.

Κάτι ακόμα μένει να συμβεί, πότε όμως και τι;
Κάποιος θα τους πετύχει, πού όμως και ποιος,
σε ποια μορφή και με ποιες προθέσεις;
Αν είχαν επιλογή,
θα διάλεγαν ίσως να μην ήταν ο εχθρός
και να τους άφηναν μια κάποιου είδους ζωή.                          




Wislawa Szymborska, 1994.
(μετάφραση Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Ξέραμε τον κόσμο απ' την καλή κι απ' την ανάποδη - Wislawa Szymborska, 1945.



Ξέραμε τον κόσμο απ' την καλή κι απ' την ανάποδη -
τόσο μικρός που χωρούσε σε μια σπιθαμή,
τόσο εύκολος που θα μπορούσες να τον περιγράψεις μ' ένα χαμόγελο,
τόσο ξεκάθαρος όσο οι απόηχοι από παλιές αλήθειες σε μια προσευχή.

Η ιστορία δε μας υποδέχτηκε με θριαμβευτικές φανφάρες -
πέταξε βρώμικη σκόνη στα μάτια μας.
Μπροστά μας ανοίγονταν δρόμοι μακρινοί που οδηγούσανε στο πουθενά,
δηλητηριασμένα πηγάδια, πικρό ψωμί.

Τα λάφυρα του πολέμου είναι η δική μας γνώση του κόσμου -
τόσο μεγάλος που χωράει σε μια σπιθαμή,
τόσο σκληρός που θα μπορούσες να τον περιγράψεις μ' ένα χαμόγελο,
τόσο παράξενος όσο οι απόηχοι από παλιές αλήθειες σε μια προσευχή.



Wislawa Szymborska, 1945.
(μετάφραση από τα αγγλικά, Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)

Μνημόσυνο - Wislawa Szymborska, 1957.



Κάνανε έρωτα ανάμεσα στις φουντουκιές
κάτω από ήλιους δροσιάς,
παγιδεύοντας στα μαλλιά τους
τα υπολείμματα του δάσους.

Χελιδονοκαρδιά
ελέησον αυτούς.

Γονάτισαν πλάι στη λίμνη,
τινάζοντας το χώμα και τα φύλλα,
και ψάρια κολύμπησαν στην άκρη του νερού
λαμπυρίζοντας σαν άστρα.

Χελιδονοκαρδιά
ελέησον αυτούς.

Αχνή η αντανάκλαση των δέντρων
απ' τους μικρούς κυματισμούς.
Χελιδόνι, κάνε να χαραχτεί για πάντα
η ανάμνηση αυτή.

Χελιδόνι, του νέφους αγκάθι,
του ανέμου άγκυρα,
βελτιωμένε Ίκαρε,
Ανάληψη με βραδινό ένδυμα.

Χελιδόνι, καλλιγράφε,
αέναης αντιγραφής,
πρώιμης ορνιθογοτθικής,
ουράνιας υπογραφής,

Χελιδόνι, της σιωπής υπογράμμιση,
ολόχαρο πένθος,
φωτοστεφάνωσε τους εραστές,
ελέησον αυτούς.



Wislawa Szymborska, 1957.
(μετάφραση από τα αγγλικά, Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)



Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Δυνατότητες - Wislawa Szymborska, 1986.



Προτιμώ τον κινηματογράφο.
Προτιμώ τις γάτες.
Προτιμώ τις βελανιδιές κατά μήκος του ποταμού Warta.
Προτιμώ τον Ντίκενς απ' τον Ντοστογιέφσκι.
Με προτιμώ να μου αρέσουν οι άνθρωποι
απ' το ν' αγαπάω την ανθρωπότητα.
Προτιμώ να έχω πρόχειρη βελόνα και κλωστή.
Προτιμώ το χρώμα πράσινο.
Προτιμώ να μην ισχυρίζομαι
ότι για όλα φταίει η λογική.
Προτιμώ τις εξαιρέσεις.
Προτιμώ να φεύγω νωρίς.
Προτιμώ να μιλώ στους γιατρούς για κάτι άλλο.
Προτιμώ τις παλιομοδίτικες εικονογραφήσεις.
Προτιμώ τον παραλογισμό του να γράφεις ποιήματα
από τον παραλογισμό του να μη γράφεις.
Προτιμώ, σε θέματα αγάπης, μη συγκεκριμένες επετείους
που μπορούν να εορτάζονται καθημερινά.
Προτιμώ τους ηθικολόγους
που δε μου υπόσχονται τίποτα.
Προτιμώ την κουτοπόνηρη καλοσύνη από τους ευκολόπιστους.
Προτιμώ τη γη με πολιτικά.
Προτιμώ τις κατακτημένες από τις κατακτήτριες χώρες.
Προτιμώ να διατηρώ τις επιφυλάξεις μου.
Προτιμώ την κόλαση του χάους από την κόλαση της τάξης.
Προτιμώ τα παραμύθια των αδελφών Grimm από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.
Προτιμώ φύλλα δίχως άνθη από άνθη δίχως φύλλα.
Προτιμώ τους σκύλους με τις ουρές τους άκοπες.
Προτιμώ τα ανοιχτόχρωμα μάτια, μια που τα δικά μου είναι σκούρα.
Προτιμώ τα συρτάρια.
Προτιμώ πολλά που δεν έχω αναφέρει εδώ
από πολλά που επίσης δεν έχω αναφέρει εδώ.
Προτιμώ τ' αδέσποτα μηδενικά
από 'κείνα που παρατάσσονται πίσω από αριθμούς.
Προτιμώ τον χρόνο των εντόμων από τον χρόνο των άστρων.
Προτιμώ να χτυπάω ξύλο.
Προτιμώ να μη ρωτάω για πόσο ακόμα και πότε.
Προτιμώ να εξετάζω ακόμη και την πιθανότητα
η ύπαρξη να έχει τους δικούς της λόγους ύπαρξης.




Wislawa Szymborska, 1986.

(μετάφραση από τα αγγλικά, Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)









Μια απρόσμενη συνάντηση - Wislawa Szymborska, 1962.





Φερόμαστε ο ένας στον άλλον με υπερβολική ευγένεια,
λέμε, είναι ωραίο να σε βλέπω μετά από τόσα χρόνια.

Οι τίγρεις μας πίνουν γάλα.
Τα γεράκια μας κόβουν βόλτες στο χώμα.
Οι καρχαρίες μας έχουν όλοι πνιγεί.
Οι λύκοι μας χάσκουν πέρα από τ' ανοιχτό κλουβί.

Τα φίδια μας σπατάλησαν τον κεραυνό τους,
οι πίθηκοι την έμπνευσή τους,
τα παγώνια μας έχουν μείνει με ένα φτερό.
Οι νυχτερίδες πέταξαν απ' τα μαλλιά μας εδώ και καιρό.

Μένουμε σιωπηλοί στη μέση της πρότασης,
όλο χαμόγελα.
Οι άνθρωποί μας είναι,
που δεν ξέρουν πώς να μιλήσουν ο ένας στον άλλον.





Wislawa Szymborska, 1962.
(μετάφραση από τα αγγλικά, Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)




Λεξιλόγιο - Wislawa Szymborska, 1962.



“La Pologne? La Pologne? Δεν κάνει τρομερό κρύο εκεί;“ρώτησε, και μετά αναστέναξε με ανακούφιση.
Έχουν ξεφυτρώσει τόσες πολλές χώρες τώρα τελευταία, που το ασφαλέστερο θέμα συζήτησης είναι ο καιρός.
“Κυρία μου,” θέλω να απαντήσω, “οι ποιητές του λαού μου, κάνουν όλο τους το γράψιμο με τα γάντια. Δε θέλω να υπονοήσω ότι δεν τα βγάζουνε ποτέ: τα βγάζουν, όντως, αν το φεγγάρι είναι αρκετά ζεστό. Σε στίχους φτιαγμένους από βήχα βραχνό, γιατί τέτοιοι μόνο μπορούν να πνίξουν της  θύελλας το αέναο κουρνιαχτό, υμνούν τις απλές ζωές αυτών που βόσκουν τις πολικές μας φώκιες. Οι Κλασσικιστές μας χαράζουν τις ωδές τους με σταλακτίτες μελάνης πάνω σε λασπωμένους χιονόλοφους. Οι υπόλοιποι, οι Παρακμιακοί μας, κλαίνε τη μοίρα τους με χιονονιφάδες αντί για δάκρυα. Αυτός που επιθυμεί να πνιγεί πρέπει να έχει ένα τσεκούρι πρόχειρο να κόψει τον πάγο. Αχ κυρία μου, φιλτάτη μου κυρία.”

Αυτά ήθελα να πω. Αλλά είχα ξεχάσει τη λέξη για τη φώκια στα Γαλλικά. Κι ούτε ήμουν σίγουρη για σταλακτίτη και τσεκούρι.

“La Pologne? La Pologne? Δεν κάνει τρομερό κρύο εκεί; “
“Pas du tout” απάντησα παγερά.




Wislawa Szymborska, 1962.

(μετάφραση από τα αγγλικά, Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)

Ατέλειωτη πλάκα, της Wislawa Szymborska



Το λοιπόν αξιώνει την ευτυχία,
αξιώνει και την αλήθεια,
αξιώνει και την αιωνιότητα.
Άκου να δεις!

Ίσα που 'χει μάθει να ξεχωρίζει τον ύπνο από τον ξύπνιο,
ίσα που 'χει αντιληφθεί ότι είναι αυτός  και όχι άλλος,
ίσα που έχει σκαλίσει με το χέρι-πτερύγιο
ένα πέτρινο διαστημόπλοιο,
που πνίγεται εύκολα σε μια κουταλιά ωκεανού,
αστείος ούτε καν τόσο ώστε να διασκεδάσει το κενό,
με τα μάτια μόνο βλέπει,
με τα αυτιά μόνο ακούει,
οι πιο πετυχημένες κουβέντες του είναι οι άναρθρες,
που χρησιμοποιεί τη λογική του για να υποσκάπτει τη λογική.
Με μια λέξη, δεν υπάρχει,
μα το κεφάλι του εκεί, τίνγκα στην ελευθερία, την παντογνωσία, και στην Ύπαρξη
πέρα από το ανόητο σαρκίο του-
Άκου να δεις!

Μ' αυτά και μ' αυτά προφανώς και υπάρχει.
Ανυπόκριτα, ήρθε να μείνει
κάτω από ένα από τα πιο περιφεριακά αστέρια.
Ζωηρός και αρκετά δραστήριος με τον τρόπο του.
Η ικανότητά του να μεγαλουργεί είναι πολύ αναπτυγμένη
για μεταλλαγμένο απόγονο κρυστάλλου.
Και συνυπολογίζοντας τη δύσκολη παιδική του ηλικία
που ξοδεύτηκε γονατιστή στις ανάγκες της αγέλης,
είναι ήδη και γαμώ τα άτομα-
άκου να δεις!

Συνέχισε λοιπόν, τουλάχιστον για όσο παίρνει
έναν τοσοδά γαλαξία να βλεφαρίσει!
Αναρωτιέται κανείς τι θα απογίνει με δαύτον,

μιας και πράγματι φαίνεται ότι τελικά υπάρχει.
Και όσο για την ύπαρξη, προσπαθεί αρκετά σκληρά.
Αρκετά σκληρά πράγματι - πρέπει να το παραδεχτεί κανείς.
Μ' αυτό το σκουλαρίκι στη μύτη, μ' αυτήν την τήβεννο, αυτό το πουλόβερ.
Έχει ατέλειωτη πλάκα, ότι και να πεις.
Καημενούλη μου.
Ίδε ο άνθρωπος.



Wislawa Szymborska, 1967.

(μετάφραση από τα αγγλικά, Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)


Τέσσερις π.μ. - Wislawa Szymborska, 1957.





Η ώρα ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα.
Η ώρα ανάμεσα στο στρυφό και το γύρισμα.
Η ώρα των τριάντα-χρόνων-γέρων.

Η ώρα η πεντακάθαρη για του πετεινού το λάλημα.
Η ώρα που η γη αποσύρει τη θερμή αγκαλιά της.
Η ώρα των ψυχρών ρευμάτων απ' τα σβησμένα αστέρια.
Η ώρα του και-μεις-θα-αφανιστούμε-επίσης-δίχως-ίχνος.

Άδεια ώρα.
Κούφια. Άχρηστη.
Το κατακάθι όλων των άλλων των ωρών.

Κανείς δεν αισθάνεται καλά στις τέσσερις το πρωί.
Αν τα μυρμήγκια αισθάνονται καλά στις τέσσερις το πρωί,
μπράβο στα μυρμήγκια. Κι ας περιμένουμε να πάει πέντε,
αν θέλουμε να συνεχίσουμε να ζούμε.



Wislawa Szymborska, 1957.

(μετάφραση από τα αγγλικά, Ευαγγελία Καριοφυλλίδου)